Διηγήματα

1.Το κουτί με τα κουμπιά

Σήμερα έπεσε στα χέρια μου ένα παιδικό παραμύθι μιας Αγγλίδας συγγραφέως. Ήταν εμπνευσμένο, όπως εξηγούσε η ίδια στο οπισθόφυλλο, από ένα τσίγκινο κουτί μέσα στο οποίο φύλαγε η γιαγιά της λογής-λογής κουμπιά. Όπως το διάβαζα, οι εικόνες μου έφεραν στο μυαλό το κουτί με τα κουμπιά της δικής μου γιαγιάς που δεν ήταν τσίγκινο αλλά χάρτινο. Θυμήθηκα τα κυριακάτικα απογεύματα στην μικρή μονοκατοικία του παππού και της γιαγιάς μου στα Κάτω Πατήσια. Το σπίτι αυτό βρισκόταν στον ίδιο δρόμο με την δική μας, μεγαλύτερη, μονοκατοικία. Καμμιά από τις δυο δεν υπάρχει πια. Η πρώτη κατεδαφίστηκε όταν ήμουν στην εφηβεία μαζί με την εξ αριστερών και την εξ ευωνύμων της για να χτιστεί στη θέση των τριών σπιτιών η γνωστή άχαρη αθηναϊκή πολυκατοικία. Με θυμάμαι να περνάω από εκεί, να στέκομαι και να κοιτάζω την τρύπα όπου άλλοτε βρισκόταν το αγαπημένο σπίτι της αγαπημένης μου γιαγιάς και να κλαίω με μαύρο δάκρυ.
Η ίδια η γιαγιά μου δεν έκλαιγε ποτέ για τα άψυχα και δεν έκλαιγε ποτέ γενικώς. Ήταν η προσωποποίηση της αποτελεσματικότητας, της πρακτικότητας, της λιτότητας. Σαν αυτές τις ηλικιωμένες που βλέπουμε σε μέρη όπως η Αυστρία ή η Ολλανδία, είχε κοντά μαλλιά αφημένα στο φυσικό τους άσπρο -ένα ωραίο άσπρο, είναι αλήθεια-, φορούσε πάντα ρούχα και παπούτσια που τη βόλευαν και η μόνη της παραχώρηση στην κοκεταρία ήταν σε σπανιότατες στιγμές μια ιδέα κραγιόν και ένα μαργαριταρένιο (ίσως ψεύτικο) κολιέ. Καυχιόταν ότι είχε καλό δέρμα γιατί δεν είχε βάλει ποτέ κρέμα στο πρόσωπό της. Ήταν λίγο αγοροκόριτσο η μακαρίτισσα η γιαγιά μου. Παρακολουθούσε αγώνες ποδοσφαίρου και κυκλοφορούσε σαν ανέκδοτο ότι κάποτε είχε πάει σε μια κηδεία και έμεινε πίσω-πίσω για να μη φανεί το ραδιοφωνάκι απ'το οποίο άκουγε με ακουστικό κάποιο ματς.
Ήταν τύπος η γιαγιά μου. Δεν μασούσε τα λόγια της και πολλές φορές η ειλικρίνειά της έφερνε εμάς τους υπόλοιπους σε δύσκολη θέση. Όπως όταν είχε πει απότομα και κοφτά σε κάποιο γνωστό της -ένα κυκλοθυμικό, ομολογουμένως, και περίεργο άτομο- που ετοιμαζόταν να κάνει εγχείριση καρδιάς: "Εσύ στο μυαλό τη χρειάζεσαι την εγχείριση!"
Την θυμήθηκα σήμερα με τα κουμπιά. Τα κυριακάτικα μεσημέρια μας μάζευε στο σπίτι της, τους γονείς μου, εμένα και τα αδέλφια μου, και μας έκανε το τραπέζι. Είχε συνήθως κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο. Ο παππούς μας είχε μαγαζί με κοτόπουλα στην κεντρική αγορά. Μετά το φαγητό οι γονείς μας έφευγαν κι εγώ με τα αδέλφια μου μέναμε παραπάνω. Τότε η γιαγιά μας κερνούσε πορτοκαλάδα "με ή χωρίς" και λεμονίτα ή γκαζόζα από τα γυάλινα μπουκάλια Ήβη. Καθόμασταν στο χαλί, στο παλιό δωμάτιο του μπαμπά μου -που είχε μετακομίσει λίγα σπίτια παραδίπλα όταν παντρεύτηκε τη μαμά μου- και ανοίγαμε τα παιδικά του βιβλία που είχαν μείνει όλα εκεί. "Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ" και "Οι Περιπέτειες του Βαρώνου Μυγχάουζεν" ήταν τα αγαπημένα βιβλία του μπαμπά μου από τη σειρά του Ελευθερουδάκη. Εμείς προτιμούσαμε τα ιστορικά μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα αλλά και τον "Μάγκα" και τον "Τρελαντώνη". Υπήρχαν επίσης δυο βιβλία μιας άλλης συγγραφέως, σύγχρονης της Δέλτα που όμως έπεσε στη συνέχεια στην αφάνεια. Ήταν η Ιουλία Δραγούμη, θεία του Ίωνος, που εκπροσωπείτο στη βιβλιοθήκη του μπαμπά μου με τη συλλογή διηγημάτων "Να τα πούμε" και με το παιδικό μυθιστόρημα "Όλοι μαζί". Την αγαπούσαμε κι αυτήν τη συγγραφέα, όσο και την Δέλτα εμείς. Αργότερα, βρήκα σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στην περιοχή της Καμάρας στη Θεσσαλονίκη και ένα ακόμη δικό της, με τίτλο "Στο νησί τους" που το αγόρασα επί τόπου κι ας ήταν πανάκριβο για το βαλάντιό μου το φοιτητικό.
Όταν βαριόμουν το διάβασμα, πήγαινα στο διπλανό δωμάτιο, στην κρεββατοκάμαρα του παππού και της γιαγιάς και έβγαζα από την ντουλάπα τους το χάρτινο κουτί με τα κουμπιά. Υποθέτω ότι, πρακτική όπως ήταν, η γιαγιά μου τα φύλαγε μήπως τυχόν της χρειάζονταν κάποτε. Τόσα κουμπιά, όμως, τι θα τά'κανε; Στο παιδικό βιβλιαράκι που διάβασα σήμερα, η αφηγήτρια έλεγε ότι η δική της γιαγιά πριν πετάξει ένα ρούχο που είχε πια κάνει τον κύκλο του και δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναφορεθεί, του ξήλωνε τα κουμπιά και το κρατούσε. Και σκέφτηκα ότι αυτό είναι σωστό, ιδιαίτερα αν θέλει κανείς να κάνει το παλιό του ρούχο ξεσκονόπανο.
Επανέρχομαι. Έβγαζα, λοιπόν, το κουτί με τα κουμπιά και το άδειαζα πάνω στο κρεββάτι τους. Είχε μπρούτζινο κεφαλάρι και πόδια, και μια ανάγλυφη παράσταση στην κάτω πλευρά. Ήταν ένα πολύ ωραίο κρεββάτι που δυστυχώς κατέληξε σε κάποιον παλιατζή όπως πολλά από τα γοητευτικά αντικείμενα που κόσμησαν κάποτε τις παιδικές μου ημέρες. Ο πανδαμάτωρ χρόνος και η αδιαφορία των άλλων ποτέ δεν έδωσαν δυάρα για τα δικά μου συναισθήματα. Τον χειμώνα το κρεββάτι ήταν σκεπασμένο με μια από εκείνες τις παλιές λεπτές αλλά βαριές γκρίζες κουβέρτες που τσιμπούσαν αφόρητα. Άπλωνα εκεί επάνω τα κουμπιά, που ήταν μυριάδες, και προσπαθούσα να βρω όσα ήταν όμοια μεταξύ τους για να τα τοποθετήσω σε ομάδες. Στην πλειονότητά τους ήταν άσπρα, μαύρα, γκρίζα, κρεμ, είχαν δηλαδή άχαρα χρώματα και το συνηθισμένο στρογγυλό σχήμα. Είπαμε, η γιαγιά δεν ήταν κοκέτα. Πού και πού, όμως, ξεχώριζε κι ένα σε σχήμα μαργαρίτας, ένα άλλο διακοσμημένο με στρας (από κανένα καλό ταγιέρ θα ήταν αυτό), ένα διαφανές σαν κρυστάλλινο, ένα κόκκινο, ένα πράσινο. Μες στη μονοτονία, το έπιανα στα χέρια μου σαν θησαυρό και το έβαζα παράμερα για να το θαυμάσω με την ησυχία μου. Αυτό ήταν το παιχνίδι μου όλο κι όλο. Δεν ήταν ιδιαίτερα συναρπαστικό. Η πιο δυνατή στιγμή ήταν όταν αναποδογύριζα το κουτί και ξεχυνόταν ο θησαυρός. Σαν θησαυρός μου φαινόταν. Τα κουμπιά θα μπορούσαν να είναι χρυσές λίρες ή, για να θυμηθώ και την Αγγλίδα συγγραφέα, πολύτιμοι λίθοι.
Ο πραγματικός θησαυρός, όμως, σκέφτομαι τώρα, ήταν εκείνη η ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Ξέρω πως πολλά παιδιά την έχουν στερηθεί. Εγώ είχα καλούς γονείς, έναν μπαμπά κάτοχο μιας μαγικής βιβλιοθήκης, μια όμορφη μεγάλη μονοκατοικία στα Κάτω Πατήσια, παππού και γιαγιά. Στον κήπο της δικής τους μονοκατοικίας υπήρχαν λεμονιές και μανταρινιές, κυνηγετικοί σκύλοι και "κανάρια", καναρίνια δηλαδή και άλλα πουλιά σε μεγάλα κλουβιά, ένα πατάρι σαν δωμάτιο μέσα στο σπίτι, πολύ ψηλά, πάνω απ'το μπάνιο, όπου έπρεπε να κολλήσεις μια σκάλα και να ανέβεις, μια καρβουναποθήκη εκτός σπιτιού και μια άλλη σκοτεινή αποθήκη όπου μέσα σε πλαστικές ντουλάπες η γιαγιά μου φύλαγε τα καλοκαιρινά ή τα χειμωνιάτικα αναλόγως.
Δεν πειράζει που χάθηκαν οι παλιές μονοκατοικίες, τα μπρούτζινα κρεββάτια, τα βαριά έπιπλα, τα ασημικά, οι βελούδινες κουρτίνες του σαλονιού της γιαγιάς, όλα τόσο καλόγουστα και τόσο απλά. Δεν πειράζει που χάθηκε η πορσελάνινη σόμπα της. Δεν έκλαιγε ποτέ για τα άψυχα η γιαγιά μου. Είχε φύγει πρόσφυγας από τη Σμύρνη το '22. Ήταν τότε είκοσι χρονών ("γεννηθείσα το δύο", όπως έλεγε χωρίς ποτέ να κρύψει χρόνια όπως άλλες γυναίκες). Έχασε πολλά άψυχα εκείνη την εποχή και πολλά μεγαλεία αφού, όπως μάθαμε από αλλού, η οικογένειά της ήταν από τις πλούσιες της Σμύρνης, με σπίτι στα Τράσα. Εκείνη δεν μίλαγε γι'αυτά. Ούτε για τα ωραία ούτε για τα άσχημα. Ό,τι συλλέξαμε για τη ζωή της μας το είπαν άλλοι. Για την ίδια, τα χρόνια πριν την Καταστροφή ήταν σαν να μην υπήρξαν. Όταν μια φίλη της, ηλικιωμένη πια, ξαναγύρισε στην πόλη τους σαν επισκέπτρια και αναζήτησε το σπίτι της, η γιαγιά μας δεν θέλησε να μάθει τίποτα για το δικό της ούτε για κανένα άλλο σπίτι. Μόνο μια φορά, επειδή την πίεζα υπερβολικά να μου πει για εκείνες τις μέρες που μου φαίνονταν μυθικές και μαγικές, υπέκυψε και μου περιέγραψε τη βάφτιση του μικρότερου αδελφού της όπου τα "Πολιτάκια", κάποιο συγκρότημα προφανώς, είχαν έρθει να τραγουδήσουν στη γιορτή που ακολούθησε. Και λίγα πράγματα για την ημέρα που μπήκαν οι Τούρκοι στη Σμύρνη είπε μια άλλη φορά στην αδελφή μου. Τίποτε άλλο.
Ξέραμε ότι είχε τελειώσει το Ομήρειο παρθεναγωγείο, κάπου φύλαγε και το απολυτήριό της, ξέραμε ότι μιλούσε γαλλικά και την βλέπαμε να λύνει δύσκολα σταυρόλεξα, ανοίγοντας κάθε τόσο την εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη για να συμβουλευτεί κάποιο λήμμα. Αλλά για το παρελθόν της στη Σμύρνη δεν έβγαζε τσιμουδιά.
Για τον παππού είχα ακούσει περισσότερα. Ήταν κι αυτός από τη Σμύρνη αλλά δεν γνωρίζονταν εκεί. Παντρεύτηκαν με προξενιό στην Αθήνα. Ταίριαξαν και αγαπήθηκαν. Με τα γαλανά του μάτια, το μουστάκι του και το φλεγματικό του χιούμορ, εκείνος έμοιαζε με Άγγλο λόρδο, ιδιαίτερα όταν πήγαινε κυνήγι φορώντας τις μπότες, την τραγιάσκα και έχοντας μαζί του ένα από τα σκυλιά του, τη Γκέρτα: το τελευταίο και το μόνο που εγώ θυμάμαι, τα προηγούμενα, όπως την Άλμπα, τα έχω δει σε φωτογραφίες. Είχαν πάρει και βραβεία τα κυνηγόσκυλά του σε διαγωνισμούς. Στην διάρκεια της Καταστροφής, ο παππούς που ήταν στρατιώτης, είχε πιαστεί αιχμάλωτος από τους Τούρκους και είχε οδηγηθεί στα βάθη της Ανατολής. Κατάφερε να ξεφύγει και να έρθει στην Αθήνα όπου αναζήτησε τους δικούς του, πρόσφυγες πια. Ένας θείος του, αδελφός του πατέρα του, υπήρξε εκδότης εφημερίδων στη Σμύρνη, συγγραφέας, ποιητής και αγωνιστής στην Επανάσταση της Θεσσαλίας (έγραψε κι ένα βιβλίο γι'αυτή την ιστορική περίοδο). Ένας άλλος θείος του, αδελφός της μητέρας του, ήταν ο ιδρυτής του Πανιωνίου στη Σμύρνη και αργότερα στη Νέα Σμύρνη. Και ο ίδιος ο παππούς ήταν αθλητής του Πανιωνίου.
Αλλά ξεκίνησα από τα κουμπιά. Τι να έγιναν άραγε; Τότε που κατεδαφίστηκε το σπίτι της γιαγιάς θα πήραν κι αυτά την άγουσα. Τα θυμήθηκα σήμερα και μαζί μ'αυτά τη γιαγιά, τον παππού μου, την ζωή που άφησαν ημιτελή στη Σμύρνη, την ταπεινή προσφυγική ζωή τους στην Αθήνα όπου ήρθε η Κατοχή, η πείνα και όσα ακολούθησαν για να τους αποτελειώσει. (Μια κατοχική Πρωτοχρονιά διηγόταν ο μπαμπάς μου, την εποχή που οι κραυγές "πεινάω" είχαν πληθύνει στους δρόμους της Αθήνας, η γιαγιά δεν είχε με τι να ταϊσει τον ίδιο και την αδελφή του, τα παιδιά της δηλαδή, και τους μοίρασε δίκαια από τρεις σταφίδες στον καθένα για φαγητό).
Θυμήθηκα, λοιπόν, την περήφανη, αλύγιστη γιαγιά μου, που είχε όμως πάντα κι ένα χαμόγελο για όλους, θυμήθηκα τον όμορφο παππού μου που έμοιαζε αριστοκράτης ακόμα κι όταν πουλούσε κοτόπουλα στην αγορά για να βγάζει το ψωμί του, θυμήθηκα την ατμόσφαιρα των παιδικών μου χρόνων, τόσο ειρηνική, τόσο γλυκειά, τόσο πολιτισμένη. Και είπα να μην κλάψω για το παρελθόν, όπως φαντάζομαι ότι δεν έκλαιγε η γιαγιά μου όταν έβλεπε να χύνεται ζεματιστό νερό απ'τα πλοία των συμμάχων σ'εκείνους που δεν χωρούσαν πια να μπουν, όταν η θάλασσα μπροστά στο περίφημο "quai" βαφόταν κόκκινη απ'το αίμα και τα αρχοντικά τους γίνονταν στάχτη.
Με τα μάτια στεγνά, λοιπόν, ξαναρχίζω.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κουτί γεμάτο κουμπιά, διαφόρων μεγεθών και σχημάτων που είχε μέσα επίσης πολλές αγκράφες από ζώνες. Μα ήταν χιλιάδες κουμπιά. Μεγάλα και μικρά. Τα άπλωνα πάνω στο κρεββάτι του παππού και της γιαγιάς, στην γκρίζα τσιμπητερή κουβέρτα, και έπαιζα μ'αυτά για ώρες. Προσπαθούσα να βρω ποιά ήταν ίδια ή παρόμοια και να τα ταιριάξω μεταξύ τους ενώ παραδίπλα τα αδέλφια μου, καθισμένα στο πάτωμα, έπιναν πορτοκαλάδες με ή χωρίς ανθρακικό από γυάλινα μπουκάλια και διάβαζαν παλιά παιδικά βιβλία...

Αθήνα, Ιούνιος 2006.

Το αγγλικό παιδικό βιβλιαράκι είναι το Purple Buttons, συγγραφέας Angela Bull, σειρά Tree Tops, εκδόσεις Oxford University Press

Το διήγημα δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό Περιοδικό Νέα Ευθύνη, τεύχος 14, Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2012.

2.Τα παπούτσια

Τσακώνονταν συχνά. Όχι γιατί εκείνη το ήθελε, αλλοίμονο εκείνη δεν το ήθελε καθόλου. Αλλά γιατί εκείνος το ήθελε. Εκείνος το ήθελε πολύ, επιζητούσε τις εντάσεις, τα ξεσπάσματα, την εκτόνωση μέσω του καυγά. Εκείνη είχε διαβάσει ότι τέτοιου είδους άνθρωποι, σαν τον άντρα της, ανήκουν στην κατηγορία Α, δηλαδή έχουν εκρηκτική προσωπικότητα και κινδυνεύουν περισσότερο να πάνε από καρδιά. Όσο για την ίδια, δυστυχώς δεν ανήκε στην κατηγορία Β, δεν ήταν δηλαδή χαλαρή και άνετη και πρόσχαρη. Όχι. Εκείνη ανήκε στην κατηγορία Γ, που καταπιέζει τα συναισθήματά της, δεν θέλει τσακωμούς εις επήκοον όλων και κινδυνεύει από καρκίνο. Χτυπούσε ξύλο και για τους δυο τους, δεν θα ήθελε να τους συμβούν όλ’αυτά τα άσχημα πράγματα που συνοδεύουν την κατηγορία Α και Γ. Πόσο επιθυμούσε να ήταν και οι δυο δεύτερης κατηγορίας προσωπικότητες και ν’απολαμβάνουν την ζωή χωρίς πάθη και άγχη.

Λίγο καιρό πριν παντρευτούν, είχε καταλάβει πώς θα κυλούσε η ζωή της μαζί του εξ αιτίας ενός περιστατικού που είχε συμβεί στην διάρκεια μιας μετακόμισης. Μετά την γνωριμία τους είχαν συζήσει για έξι μήνες στο δικό του διαμέρισμα και λίγο πριν παντρευτούν είχαν αποφασίσει να μετακομίσουν στο δικό της που ήταν μεγαλύτερο και πιο καινούριο. Εκείνος ήταν μεγαλόσωμος, ψηλός, ανθεκτικός. Εκείνη ήταν λεπτοκαμωμένη και δεν μπορούσε να σηκώσει πολλά βάρη. Εκείνος είχε μια μάνα «αντρογυναίκα» που αναλάμβανε τα πάντα, οπότε τον είχε πείσει ότι έτσι είναι όλες οι γυναίκες ή τουλάχιστον ότι έτσι πρέπει να είναι. Εκείνη, όμως, δεν ήταν η μάνα του. Ήταν λεπτεπίλεπτη και είχε εξαντληθεί με τη μετακόμιση. Όταν επιτέλους αράδιασαν όλα του τα υπάρχοντα στο σπίτι της, ανακάλυψε εκείνος ότι ένα ζευγάρι καινούρια παπούτσια που ήθελε να φορέσει, είχε λερωθεί. Άρχισε να της φωνάζει ότι δεν το είχε προσέξει και τώρα πώς θα έβγαιναν το μεσημέρι για φαγητό στην κοντινή ταβέρνα όπου είχαν κανονίσει να πάνε με κάποιους φίλους της; Εκείνη προσφέρθηκε να του τα καθαρίσει, το έκανε δηλαδή, αλλά ο λεκές έδειξε ακόμα μεγαλύτερος. Εκείνος έβαλε πάλι τις φωνές, δεν ήταν ευχαριστημένος. «Τότε», του είπε εκείνη, «δεν πάμε πουθενά αφού δεν έχεις παπούτσια να φορέσεις. Θα πάρω τους φίλους μου να το ακυρώσω.» Τώρα είχε θυμώσει κι αυτή, ήταν και υπερβολικά κουρασμένη από τη μετακόμιση, άει στο καλό πια με τον κακομαθημένο.
«Εγώ δεν τα σηκώνω αυτά», της είπε εκείνος. «Θα πάμε. Θα τα φορέσω έτσι όπως είναι και θα πάμε».

Εκεί λοιπόν, σ’εκείνη τη φράση -«εγώ δεν τα σηκώνω αυτά»- κρίθηκε το ποιός θα είχε το πάνω χέρι στο μέλλον. Το πάνω χέρι στον γάμο. Γιατί πάντα ο ένας έχει το πάνω χέρι. Αυτός οδηγεί την κούρσα, αυτός αποφασίζει.
Τα φόρεσε τα λερωμένα του παπούτσια, μουρμουρίζοντας ακόμα, και πήγαν στην ταβέρνα. Το περιστατικό όμως της έμεινε στη μνήμη. Όπως και η δήλωση «εγώ δεν τα σηκώνω αυτά». Δηλαδή «δεν θα μου υπαγορεύεις εσύ τι να κάνω».
Τα χρόνια πέρασαν και πολλές φορές της έδειξε ότι εκείνος δεν τα σήκωνε αυτά. Όσο κι αν κατηγορούσε τη μάνα του ότι ήταν καταπιεστική σε βαθμό κακουργήματος, τελικά είχε πεισθεί πως έτσι έπρεπε να είναι οι γυναίκες. Και βλέποντας την δική του γυναίκα να μην στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, να μη μπορεί δηλαδή ν’αντεπεξέλθει σε πολλές βαριές εργασίες όπως η μάνα του, θύμωνε και την κατηγορούσε. «Ανίκανη, κακομαθημένη, τεμπέλα».
Το ποιός ήταν τεμπέλης και τα περίμενε όλα από τις γυναίκες, το έκριναν φυσικά οι άλλοι που έβλεπαν εκείνη να επωμίζεται όλες τις δουλειές του σπιτιού αλλά και την προσπάθεια να εξοικονομηθούν τα προς το ζήν. Όμως εκείνος δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένος.

Πέρασαν δέκα χρόνια και ξημέρωσε μια παράξενη μέρα. Εκείνος της είπε πως το βράδυ είχε δει στον ύπνο του τη μάνα του, τώρα πια πεθαμένη, κι έναν άλλο γνωστό του, πεθαμένο κι αυτόν. Εκείνη έκανε πως δεν έδωσε σημασία αλλά τα όνειρα με πεθαμένους πάντα την τρόμαζαν και άρχισε ν’ανησυχεί για εκείνον. Παρ’όλ’αυτά προσπάθησε να διώξει τις άσχημες σκέψεις και βγήκε στα μαγαζιά ν’αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια. Είχε την συνήθεια ν’αγοράζει πάντα παπούτσια που αποδεικνύονταν ή μεγαλύτερα ή μικρότερα μόλις τα φορούσε μια ολόκληρη μέρα. Ήταν το πρόβλημά της αυτό, δεν έβρισκε ποτέ παπούτσια στο νούμερό της. Έφταιγε άραγε ότι τα δυο πόδια δεν ήταν ακριβώς ίδια, μάλλον το δεξί ήταν λίγο μικρότερο από το αριστερό ή ίσως το γεγονός ότι η μια φτέρνα λύγιζε ελαφριά προς τα μέσα και πατούσε στραβά; Πάντως όταν δοκίμαζε τα παπούτσια στο μαγαζί της φαίνονταν εντάξει, τα αγόραζε, και μετά φτάνοντας στο σπίτι ανακάλυπτε πως την ενοχλούσαν. Αυτή τη φορά πήρε ένα ζευγάρι γκρίζα κλειστά παπούτσια, ίσια, για όλες τις ώρες. Ήθελε να τα φορέσει μια μέρα μέσα στο σπίτι για να βεβαιωθεί ότι της έρχονταν καλά. Της είχε μπει η υποψία πως της ήταν μεγάλα και σκεφτόταν να τα επιστρέψει. Εκείνος τα είδε και του άρεσαν: «Φόρεσέ τα το βράδυ που θα πάμε στο θέατρο», της είπε. Θα πήγαιναν σ’ένα ανοιχτό θέατρο πάνω σ’έναν λόφο κοντά στο σπίτι τους. «Μου φαίνεται ότι μου βγαίνουν. Μάλλον μου είναι σαν παντόφλες και δεν θα μπορώ να περπατήσω. Λέω να τα γυρίσω πίσω στο μαγαζί την Δευτέρα και να πάρω το μικρότερο νούμερο».
Άλλη μια ευκαιρία για καυγά. «Πάντα τα ίδια κάνεις! Έχεις ψυχολογικό πρόβλημα με τα παπούτσια. Όλο νομίζεις πως δεν σου κάνουν». Άρχισε το σφυροκόπημα. «Μήπως τελικά πας επίτηδες και παίρνεις ένα νούμερο που δεν σου κάνει για να έχεις κάτι να στενοχωριέσαι μετά; Φόρεσέ τα επιτέλους και δεν πειράζει. Το πολύ να μη σου κάνουν πράγματι και να πέταξες μερικά χρήματα», της είπε με θυμό.
«Γιατί να πετάξω χρήματα; Αφού δεν μας περισσεύουν», απάντησε εκείνη.
«Δεν πειράζει. Κάντο επειδή το θέλω εγώ».
Οι φωνές του πάντα την τρόμαζαν και υπέκυπτε. Τα φόρεσε. Της έβγαιναν. Περπατούσε με κόπο. Την πονούσαν οι φτέρνες και οι αστράγαλοι.
Στον γυρισμό κατέβηκαν μέσα από ένα αλσάκι. Εκείνη πήγαινε σιγά σιγά για να μη γλιστρήσει.
«Σαν κότα πας».
«Μ’ενοχλούν τα παπούτσια, φοβάμαι μήπως φάω τούμπα».
«Είσαι ανυπόφορη πια, όλο με τα παπούτσια σου ασχολείσαι. Ξέχασέ τα και περπάτα σαν άνθρωπος».
«Μα δεν μπορώ».
«Κι αν φας τούμπα τι θα γίνει; Στο κάτω κάτω αν σ’ενοχλούν, βγάλε τα και κατέβα ξυπόλητη».
«Αχ, σταμάτα πια να μου λες τι να κάνω. Έχω τον πόνο μου, πήγα και πέταξα τόσα λεφτά και έχω κι εσένα από πάνω να με κανοναρχάς.»
Την είχε πιάσει υστερία, ήθελε να βάλει τα κλάμματα αλλά επειδή ήταν τύπος Γ δεν μπορούσε να κλάψει δημοσίως καθώς κατέβαιναν κι άλλοι άνθρωποι από το θέατρο και θα την άκουγαν.
«Εσύ να σταματήσεις. Δεν τρώγεσαι πλέον. Κάνεις ολόκληρη ιστορία κάθε φορά με τα παπούτσια σου. Τόσο σημαντικό ζήτημα είναι; Ξεκινήσαμε ωραία και καλά, και μου το έβγαλες ξινό έτσι όπως πηγαίνεις σαν χελώνα! Καθόλου νεύρο δεν έχεις μέσα σου. Ξεψυχισμένη!»
«Μη φωνάζεις, μας ακούει ο κόσμος».
«Ποσώς μ’ενδιαφέρει. Εσύ και το Υπερεγώ σου, τι θα πει ο κόσμος; Τον έχω γραμμένο τον κόσμο στα παλιά μου τα παπούτσια».
«Εμένα όμως είναι καινούρια τα παπούτσια και δεν μου έρχονται καλά».

Πάντα της έλεγε ότι εκείνη του το έβγαζε ξινό. Πόσες φορές της είχε βγάλει εκείνος ξινή την διασκέδαση με τις φωνές του, πόσες φορές την είχε ρεζιλέψει σε τρίτους, πόσες φορές έπεφτε σε περισυλλογή σαν κατατονικός χωρίς να απαντάει στους γύρω του, αυτά δεν τα λογάριαζε. Πάντα έλεγε ότι εκείνη έφταιγε για όλα. Ήταν τόσο παλιοχαρακτήρας. Μα γιατί τον είχε παντρευτεί; Βέβαια, ήξερε ότι τον είχε παντρευτεί γιατί είχε γνώσεις και καλλιέργεια, και χιούμορ και όταν ήθελε ήταν διασκεδαστικός κι έκανε πετυχημένες μιμήσεις, και είχε ωραία φωνή και του άρεσαν τα ταξίδια όπως και σ’εκείνη. Αλλά ήταν τόσες οι στιγμές που την έφερνε στα όριά της και πραγματικά της ερχόταν να τον πνίξει.

«Προχώρα λοιπόν», του είπε βουρκωμένη. «Προχώρα μπροστά και μη με περιμένεις».
Μουρμουρίζοντας εκείνος, βρίζοντάς την, άρχισε να τρέχει και εξαφανίστηκε.
Μια βρισιά του πέταξε κι εκείνη από μέσα της, μια βαριά βρισιά, κι αμέσως δαγκώθηκε γιατί τον ήξερε πόσο παρορμητικός ήταν και φοβήθηκε μήπως έτσι όπως κατέβαινε κι έβγαινε στο δρόμο, δεν πρόσεχε και μπορούσε να τον χτυπήσει κανένα αυτοκίνητο.
Θυμήθηκε και το όνειρό του που της το είχε διηγηθεί.
«Χριστέ μου», είπε μέσα της, «είναι απαράδεκτος, αλλά ας μην πάθει τίποτα, είναι άντρας μου και τον αγαπώ. Δεν πρέπει να κάνω κακιές σκέψεις».
Γύρισε στο σπίτι, άφησε τα παπούτσια σε μια γωνιά και έκατσε να τον περιμένει.
Εκείνος άργησε να επιστρέψει και όταν ήρθε, της είπε δυο λόγια για να συμφιλιωθούν.
Αφού το συζητήσανε σχετικά ήρεμα και πολιτισμένα, της είπε: «Ξέρεις ότι όταν σε άφησα κόντεψα να σκοτωθώ;»
Την κοίταξε στα μάτια για να της προκαλέσει ίσως τύψεις ή απλώς για να δημιουργήσει αίσθηση με μια παύση δευτερολέπτου στην διήγησή του.
«Καθώς κατέβαινα την πλαγιά μέσα στο σκοτάδι, πήγα να κόψω δρόμο από κάπου και δεν υπολόγισα ότι ήταν σχεδόν γκρεμός. Καθώς πήγαινα να πηδήξω κάτω, σκόνταψα σ’ένα κλαρί και σίγουρα θα σκοτωνόμουν αλλά αισθάνθηκα πως κάποιος με συγκράτησε. Κατάφερα να προσγειωθώ αλλά αν έβλεπες το ύψος, θα τρόμαζες».
Εκείνη τον αγκάλιασε, τρομαγμένη και με την συνείδησή της να την ελέγχει. Μέσα στον θυμό της είχε όντως σκεφτεί κακό για τον άντρα της. Δεν θέλησε να το παραδεχθεί μπροστά του.
«Το όνειρο», του είπε. «Το όνειρό σου».
Λητώ Σεϊζάνη, 2012.Δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Φρέαρ».

3.Όλα τους τα προβλήματα λυμένα

Η ζήλεια ήταν ένα από τα συναισθήματα που ανίχνευε σπανιότατα μέσα στην ψυχή της. Δεν ένοιωθε ανταγωνιστικά προς τους γύρω της, δεν ήθελε ν’αποκτήσει όλα εκείνα που είχαν οι φίλες της και έλειπαν από την ίδια. Στο κάτω κάτω, αν το καλοσκεφτόταν, τι της έλειπε; Τίποτα. Είχε την υγεία της, το σπίτι της, την οικογένειά της. Ναι, τα είχε όλα. Mπορεί να μην ήταν κάτι εντυπωσιακό, μπορεί να ανήκε απλώς στον μέσο όρο, αλλά είχε γαλουχηθεί με εκφράσεις όπως «το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία» και άλλα τέτοια σοφά που όσο τετριμμένα κι αν ακούγονταν, αποδεικνύονταν πάντα αληθινά.

Από τη φύση της ήταν άνθρωπος ολιγαρκής, ευχαριστιόταν με τα μικροπράγματα, δεν είχε σπουδαίες φιλοδοξίες ούτε είχε θελήσει ποτέ ν’αλλάξει τον ρουν της Ιστορίας. Δεν είχε κάνει σταδιοδρομία, είχε προτιμήσει τον δρόμο της οικογένειας, είχε υπάρξει ανέκαθεν ένα ήρεμο στήριγμα για τους δικούς της, ένας κυματοθραύστης στις φουρτούνες της ζωής τους.

Όχι, η ζήλεια δεν είχε θέση στην ψυχή της.

Για ποιό λόγο, λοιπόν, όταν ήρθαν αυτοί οι καινούριοι στο διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας, άρχισε να αισθάνεται τόσο παράξενα;

Ίσως επειδή οι καινούριοι ήταν νέοι και ωραίοι. Ίσως επειδή το παιδάκι τους ήταν μωρό, στα πρώτα του βήματα, με τις φωνούλες του, με τα παιχνίδια του, με τις κρέμες που τις έφτυνε στο πάτωμα καθισμένο στην ψηλή του καρέκλα, μ’όλη εκείνη τη γλύκα που συνοδεύει τα πρώτα χρόνια ενός ανθρώπινου πλάσματος.

Ο δικός τους γιός είχε προ πολλού μεγαλώσει, περνούσε άγρια εφηβεία, μετά βίας τους έλεγε καλημέρα και κλεινόταν στο δωμάτιό του επί ώρες συντροφιά με τα αγαπημένα του ροκ συγκροτήματα που έκαναν το σπίτι να δονείται οργισμένα. Δεν υπήρχε καμμιά επικοινωνία, κανένα τρυφερό χάδι, καμμιά στιγμή χαράς. Αντίθετα, της δημιουργούσε ενοχές, πως κάτι είχε κάνει λάθος στην ανατροφή του, μάλλον το είχε παραχαϊδέψει το μοναχοπαίδι της. Σκεφτόταν πως ίσως αυτή η φάση να μην ήταν περαστική και την έπιανε ρίγος στην ιδέα. Λες να κατέληγε ένας ακόμη προβληματικός νέος, άεργος και άνεργος, κλεισμένος στο καβούκι του, χωρίς κοπέλλα και φίλους; Αντικοινωνικός, κολλημμένος με καμμία περίεργη ακραία παράταξη, με καμμία αίρεση ή με κάποια άλλη τρέλλα; Ήξερε τόσες περιπτώσεις παιδιών που είχαν πάρει τον κακό δρόμο στην ίδια ηλικία του γιού της.

Ο εκνευρισμός μεταδιδόταν και στον άντρα της, ο οποίος όλο και πιο συχνά κατέφευγε στο σπίτι του καλύτερού του φίλου για να παίξει ένα τάβλι, να πιεί ένα ούζο, να φάει ένα σουβλάκι. Ήταν εμφανές πως κι εκείνος είχε ανάγκη να ξεδώσει, να φύγει απ’αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα του σπιτιού τους. Ακολουθώντας τα στερεότυπα, ο σύζυγός της περνούσε με την σειρά του κρίση μέσης ηλικίας και αν δεν είχε κάνει τίποτα με καμμιά συνάδελφο στην δουλειά, σίγουρα είχε αρχίσει να κοιτάζει, στην αρχή διακριτικά, με την άκρη του ματιού του, στη συνέχεια πιο εμφανώς -χωρίς να νοιάζεται αν εκείνη θα πληγωνόταν ίσως- όποια μικρότερη και ομορφότερη γυναίκα υπήρχε στον περίγυρο.

Με τους δυο άντρες της ζωής της να ζούνε ο καθένας στον κόσμο του, η ίδια έμενε αρκετές ώρες στο σπίτι με πολύ χρόνο στην διάθεσή της για να παρατηρεί τους απέναντι.

Η γυναίκα ήταν γύρω στα τριάντα, ψηλή, λεπτή, με μακριά μαλλιά, με κομψά ρούχα, σαν μοντέλο. Ο άντρας ήταν ευπαρουσίαστος κι αυτός, καμμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος από την σύζυγό του, την οποία κοιτούσε στα μάτια.

Όταν δεν έπαιζαν με το μωρό τους, κάθονταν οι δυο τους στη βεράντα, χαλαροί, ευτυχισμένοι, με τα ποτά τους, σαν τα ζευγάρια των διαφημίσεων που δεν έχουν καμμιά έγνοια στον κόσμο. Πραγματικά, έδειχναν να έχουν όλα τους τα προβλήματα λυμένα.

Εκείνος της χάϊδευε τα μακριά, ίσια μαλλιά, εκείνη τον φιλούσε στο λαιμό και έδειχναν ερωτευμένοι. Γελούσαν με τα δικά τους αστεία που δεν έφταναν μέχρι τ’αυτιά της αφού ένας δρόμος με αυτοκίνητα χώριζε τις δυο πολυκατοικίες και εμπόδιζε την μεταφορά του ήχου.

Η καθημερινότητά τους, όμως, έμοιαζε όμορφη, σε αντίθεση με την δική τους που ήταν γεμάτη νεύρα, μονοτονία, πλήξη και ανησυχία για το μέλλον.

Άρα, όσο κι αν ένα τέτοιο συναίσθημα δεν το καταδέχτηκε ποτέ, έπρεπε τώρα να ομολογήσει πως ένοιωθε ζήλεια.

Κι ακριβώς δεν θα τό’λεγε ζήλεια, μάλλον μια θλίψη ήταν ή πόνος, για κάτι που το είχες άλλοτε, μετά το έχασες και δεν θα μπορούσες ποτέ να το ξαναβρείς.

Γιατί βέβαια κάποτε είχε υπάρξει κι εκείνη νέα κι ωραία, με καλό σώμα και όχι με την τωρινή αντιαισθητική κυτταρίτιδα και το πεσμένο στήθος. Κάποτε ήταν και ο δικός της άντρας αδύνατος, πριν οι πολλές μπύρες του προσθέσουν αυτή τη χαρακτηριστική στρογγυλή και τσιτωμένη κοιλιά που δεν γινόταν να κρυφτεί κάτω από φαρδιά πουκάμισα. Κάποτε ήταν κι ο δικός τους γιος ένα γλυκό μωράκι που τους έκανε χαρούμενους και περήφανους με τα πρώτα του λογάκια.

Ο καιρός θα περνούσε και για τους απέναντι, και ποιός ξέρει τι θα έφερνε στον δρόμο τους ο πανδαμάτωρ χρόνος;

Έδιωχνε τις σκέψεις, τους κακούς συλλογισμούς, δεν ήθελε τίποτα άσχημο να συμβεί στους απέναντι, οι άγνωστοι αυτοί άνθρωποι δεν έφταιγαν που η ίδια δεν ήταν πλέον ευχαριστημένη απ’την ζωή της.

Καταβάλλοντας ψυχική υπερπροσπάθεια, τους ευχόταν νοερά να συνεχίσουν να είναι έτσι αγαπημένοι, να κάνουν κι άλλα παιδιά, ν’αποκτήσουν κι άλλες ανέσεις πέραν του μεγάλου τους διαμερίσματος, των δύο αυτοκινήτων, της οικιακής βοηθού και της νταντάς που φύλαγε μερικά βράδια το μωρό.

Εκείνη βέβαια δεν είχε τίποτε απ’όλ’αυτά στην ηλικία τους. Μόνη μεγάλωσε τον γιο της καθώς οι γονείς της ζούσαν πολύ μακριά σε άλλη πόλη και η πεθερά της είχε τα δικά της ενδιαφέροντα, τα εξωτικά ταξίδια της, για τα οποία δεν χαλάλιζε ούτε ένα βράδυ με τον εγγονό της. Όσο γι’αυτοκίνητα, είχαν ένα όλο κι όλο, ακόμα και σήμερα. Για οικιακή βοηθό ή για νταντά ούτε λόγος. Όλα μόνοι τους έπρεπε να τα κάνουν, κι όπου κι αν πήγαιναν έπαιρναν και το παιδί μαζί.

Της φαινόταν παράξενο που η απέναντι γυναίκα, ενώ είχε τόση βοήθεια, επέμενε να φτιάχνει το σπίτι μόνη της και να επιβλέπει την οικιακή βοηθό, στην οποία ουσιαστικά ανέθετε δευτερεύουσες δουλειές. Ήταν σαν να προτιμούσε να φέρνει εις πέρας η ίδια όλα τα δύσκολα και άχαρα καθήκοντα.

Πολύ νοικοκυρά αυτή η απέναντι. Κάθε πρωί έβγαζε όλα τα σεντόνια, τα μαξιλάρια, τις κουβέρτες και τα παπλώματα ν’αεριστούν, κάθε μέρα σκούπιζε, σφουγγάριζε, ξεσκόνιζε, έβαζε πλυντήριο, άπλωνε, σιδέρωνε. Και σιγά σιγά, τα βραδινά ποτά του ζευγαριού στο μπαλκόνι αντικαταστάθηκαν με πολλές ώρες συγυρίσματος, στις οποίες συμμετείχε και ο σύζυγος όταν γυρνούσε από τη δουλειά του.

Τα χρόνια περνούσαν και το παιδί των απέναντι μεγάλωνε και γινόταν ένα νευρικό, υστερικό, κλαψιάρικο αγοράκι που δεν είχε στιγμή ησυχίας. Η μητέρα σπανίως του απηύθυνε τον λόγο, έτσι απασχολημένη όπως ήταν με το νοικοκυριό. Με τις φωνές και τις τσιρίδες του προσπαθούσε εκείνο να προσελκύσει την προσοχή της μαμάς του. Αλλά εις μάτην. Η όμορφη εκείνη κοπέλα δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για τον ρόλο της μητέρας. Κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο λεπτή, όλο και πιο αποστεωμένη, σαν σκελετός. Ήταν εμφανές ότι έπασχε από νευρική ανορεξία. Ήταν άραγε μια μικροβιοφοβία που την ωθούσε ν’ασχολείται όλη μέρα, από το πρωί ώς το βράδυ, με την καθαριότητα του σπιτιού της ή ίσως κάποια άλλη νεύρωση την καθιστούσε έτσι αεικίνητη κι ανικανοποίητη; Μήπως το αλλεργικό άσθμα του άντρα της την έβαζε να παλεύει με τη σκόνη εικοσιτέσσερις ώρες το εικοστετράωρο;

Η εικόνα που παρουσίαζε η οικογένεια των απέναντι ήταν θλιβερή ενώ από την άλλη πλευρά του δρόμου, τα πράγματα με την πάροδο του χρόνου είχαν αλλάξει.

Ο έφηβος γιός πέρασε τη φάση του, εκτονώθηκε με τη ροκ μουσική, με τα τατουάζ στο μπράτσο και με τον κρίκο στη μύτη οπότε κάποια στιγμή γύρισε την πλάτη σε όλ’αυτά και έγινε υπόδειγμα φοιτητή. Ο πατέρας αποφάσισε ν’ακολουθήσει τη συμβουλή του καλύτερού του φίλου και να γραφτεί σε γυμναστήριο για ν’αποκτήσει ένα κορμί τουλάχιστον υποφερτό. Έκοψε τις πολλές μπύρες και τα σουβλάκια και άρχισε να τρώει πιο υγιεινά. Οι νεότερες γυναίκες εξακολουθούσαν να του αρέσουν αλλά δήλωνε με κάθε ευκαιρία πως η δική του ήταν πάντα η ομορφότερη και η καλύτερη απ’όλες.

Όσο για εκείνην την ίδια, καμμιά φορά απορούσε πώς είχε κάποτε αισθανθεί μέσα της τσιμπιές φθόνου για την άλλη οικογένεια.

Το διήγημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο peopleandideas.gr τον Αύγουστο του 2016.