Καλοκαίρι στο Μπάντεν-Μπάντεν

Παρουσίαση ενός βιβλίου του Λεονίντ Τσύπκιν
Πόσα πρόσωπα να μπλέξεις σε μια διήγηση; Πόσες ιστορίες ανθρώπων, πόσες πόλεις; Ανέκαθεν μου φαινόταν αστείο το όνομα Μπάντεν-Μπάντεν, γιατί να επαναλαμβάνεται; Ο Μπιλ Κλίντον όταν επισκέφτηκε την πόλη είπε ότι είναι τόσο ωραία ώστε πρέπει να λες το όνομά της δυο φορές. Έχω επισκεφτεί το Μπάντεν-Μπάντεν δυο φορές, είναι όντως όμορφη πόλη, αλλά ξέρω τώρα πια ότι ο λόγος για αυτή την επανάληψη είναι άλλος. Μπάντεν σημαίνει Λουτρά (κάτι σαν το Λουτράκι δηλαδή ή Λουτρόπολη) και επειδή ο νομός στον οποίο βρίσκεται το συγκεκριμένο Μπάντεν λέγεται και αυτός Μπάντεν (ελληνιστί Βάδη), η λέξη επαναλαμβάνεται για να ξεχωρίζει η συγκεκριμένη πόλη από άλλες με το ίδιο όνομα σε άλλους νομούς. Πεζή εξήγηση, ίσως του Κλίντον να είναι καλύτερη. Πρόκειται για μια λουτρόπολη με αριστοκρατικά κτίσματα, σ’ένα τοπίο με ωραίο δάσος ολόγυρα, που συγκεντρώνει σήμερα όπως και την εποχή που το επισκέφτηκε ο Ντοστογιέφσκη, πολλούς πλούσιους Ρώσους και άλλους που θέλουν να παίξουν στο καζίνο και να νοιώσουν καλύτερα χάρη στα ιαματικά λουτρά.
Ο Λεονίντ Τσύπκιν δεν επισκέφτηκε ποτέ το Μπάντεν-Μπάντεν. Όλη του την ζωή την πέρασε στην Σοβιετική Ένωση, καταπιεζόμενος από το καθεστώς. Όταν ο γιος του, Μιχαήλ, ζήτησε άσυλο μαζί με την γυναίκα του στις ΗΠΑ, θέλησε κι εκείνος να τον ακολουθήσει μαζί με την σύζυγό του. Δύο φορές το αίτημά τους απορίφθηκε. Ο Τσύπκιν πέθανε στην Μόσχα από καρδιακή προσβολή το 1982 σε ηλικία 56 ετών. Από οικογένεια γιατρών, ήταν και ο ίδιος γιατρός, σπουδαίος ερευνητής και επιστήμων στον κλάδο του, αλλά στον ελεύθερο χρόνο του καταπιανόταν με την λογοτεχνία. Το βιβλίο του Καλοκαίρι στο Μπάντεν-Μπάντεν ξεκίνησε να το γράφει το 1977 και το ολοκλήρωσε το 1980. Είχαν προηγηθεί πολλά χρόνια μελέτης γύρω από τον αγαπημένο του συγγραφέα, τον Ντοστογιέφσκη, που είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου μαζί με την σύζυγό του, Άννα Γρηγόριεβνα, στης οποίας τις αναμνήσεις (Ημερολόγιο) στηρίχθηκε ο Τσύπκιν για να γράψει το βιβλίο του. To «Καλοκαίρι στο Μπάντεν Μπάντεν» περιγράφει την εποχή που ο Ντοστογιέφσκη –τον αναφέρει με το υποκοριστικό Φέντυα- αναζητώντας μια στενογράφο για να της υπαγορεύσει τον Παίκτη, γνώρισε τη γυναίκα που θα γινόταν η δεύτερη σύζυγός του. Ήταν η Άννα Γρηγόριεβνα με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά (το πρώτο πέθανε βρέφος τριών μηνών και το τελευταίο σε ηλικία τριών ετών, τα δύο μεσαία που ενηλικιώθηκαν ήταν η Λιούμποφ ή Αιμέ και ο Φιοντόρ).
Το βιβλίο αφηγείται την παραμονή του ζευγαριού στο Μπάντεν Μπάντεν, την ανελέητη χασούρα του Ντοστογιέφσκη στο καζίνο, το πώς ο συγγραφέας διαρκώς άφηνε στο ενεχυροδανειστήριο διάφορα τιμαλφή αλλά και ρούχα της εγκύου γυναίκας του για να αποκτά ρευστό και να μπορεί να παίζει. Δείχνει πόσο εκείνη του ήταν αφοσιωμένη και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να του εξασφαλίζει χρήματα, πώς ανεχόταν τα φοβερά νεύρα του, την οργή του και τις επιληπτικές του κρίσεις.
Τυχερά παιχνίδια, λοιπόν, επιληψία, μαζί και η προσκόλλησή του στην θρησκεία και το ενδιαφέρον του για τα διάφορα πολιτικά ρεύματα στην πατρίδα του, ένας χαρακτήρας οξύθυμος και κυκλοθυμικός αλλά σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες επίσης ένας πολύ καλός άνθρωπος, πονόψυχος, κυριολεκτικά buon Cristiano για τους συγκρατούμενούς του στην Σιβηρία.
Αντισημίτης όμως εκτός των άλλων, όπως διαβάζουμε στον πρόλογο που παραθέτει η Σούζαν Σόνταγκ, αλλά όχι πάντα, άλλοτε υπερασπιζόταν τους Εβραίους ή αυτό θελουν να πιστεύουν εκείνοι και ειδικά ο Τσύπκιν, γιατί και οι Εβραίοι θέλουν ν’αγαπούν τον Ντοστογιέφσκη, όπως όλοι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι που αναγνωρίζουν την λογοτεχνική του αξία. Μόνο προς το τέλος αναρωτιέται ο Τσύπκιν σ’αυτό το βιβλίο που είναι βιογραφικό του Ντοστογιέφσκη και αυτοβιογραφικό δικό του: «γιατί μου ήταν τόσο παράξενα γοητευτική κι ελκυστική η ζωή αυτού του ανθρώπου που περιφρονούσε εμένα και τους δικούς μου (και μάλιστα το έκανε επίτηδες ή με ορθάνοιχτα τα μάτια –όπως του άρεσε να το θέτει;)»
Ίσως η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί κανείς να μην αγαπάει τον Ντοστογιέφσκη. Διότι ο Ντοστογιέφσκη είναι χείμαρρος. Δεν είναι εκλεπτυσμένος Τολστόη ούτε δηκτικός Γκόγκολ μόνο. Είναι βέβαια και όλ’αυτά αλλά κυρίως είναι χείμαρρος που σε παρασέρνει και ξεχνάς όλα τα άλλα, τα όχι τόσο σημαντικά. Ο Ντοστογιέφσκη είναι ο Κυρίαρχος του Σύμπαντος των Συγγραφέων, αυτός που συνομιλεί απ’ευθείας με τον Θεό και επιτρέπει στους αναγνώστες του να κρυφακούνε. Αυτός που όταν είσαι έφηβος θα βρει τον τρόπο να σε μυήσει στην θεολογία, στην φιλοσοφία και στην ψυχολογία μέσω της λογοτεχνίας, και άπαξ και τον γνωρίσεις δεν θα θελήσεις ποτέ πια να τον αφήσεις.
Όσο και να τον μέμφεται λοιπόν ο Τσύπκιν για τον έντονο αντισημιτισμό του, άλλο τόσο τον θαυμάζει και τον λατρεύει. Το Καλοκαίρι στο Μπάντεν Μπάντεν παρακολουθεί κατά κύριο λόγο ένα ταξίδι του Ντοστογιέφσκη στην Ευρώπη. Στην Δρέσδη, στο Μπάντεν-Μπάντεν, στην Βασιλεία. Τελειώνει με τον θάνατο του συγγραφέα στην Αγία Πετρούπολη κι επικεντρώνεται στη σχέση με την γυναίκα του, Άννα Γρηγόριεβνα, στον έρωτα που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο, στους διαφορετικούς τους χαρακτήρες που συχνά τους έφερναν σε αντιπαράθεση και σε φιλονικίες. Είναι ένα πολύ δυνατό κείμενο, πολύ ενδιαφέρον, πολύ καλογραμμένο. Ο Τσύπκιν γράφει μεγάλες προτάσεις και ενδιαμέσως περιγράφει το δικό του ταξίδι με το τραίνο από την Μόσχα στην Αγία Πετρούπολη για να επισκεφτεί το σπίτι στο οποίο πέθανε ο συγγραφέας και έχει γίνει σήμερα μουσείο.
Με αφορμή έναν γνωστό καυγά του Ντοστογιέφσκη με τον Τουργκένιεφ, ο Τσύπκιν βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει και για τον Σολζενίτσυν χωρίς να κάνει μνεία στο όνομά του, δια παν ενδεχόμενον. «…ο άνδρας με το σκληρό και διεισδυτικό βλέμμα και τις δυο μελαγχολικές ρυτίδες ν’αυλακώνουν το μέτωπό του, να οδηγείται με συνοδεία στο αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης επί του Μάϊν, μιας πόλης που και ο Ντοστογιέφσκη είχε τριγυρίσει τους δρόμους της καθ’οδόν προς το Μπάντεν-Μπάντεν –αυτός ο άντρας που έφτασε σε μια ξένη χώρα σαν παντοτινός επισκέπτης και εγκαταστάθηκε απ’την άλλη πλευρά του ωκεανού σε μια απ’τις βόρειες πολιτείες της Αμερικής, εκεί όπου το τοπίο αμυδρά του θύμιζε τα χιόνια και τα δάση της πατρίδας του κι έκανε εκείνα τα πεδία που είχε εγκαταλείψει να του φαίνονται πολύ πιο όμορφα απ’όσο ήταν ή θα μπορούσαν πραγματικά να είναι…»
Το πιο συγκινητικό στοιχείο σχετικά με το βιβλίο του Τσύπκιν είναι ότι το χειρόγραφό του φυγαδεύθηκε στην Αμερική και ο γιός του κατάφερε να το εκδώσει σε συνέχειες σ’ένα περιοδικό Ρώσων εμιγκρέδων της Νέας Υόρκης. Ήταν Μάρτιος του 1982 όταν έμαθε το ευχάριστο νέο ο ίδιος ο συγγραφέας. Πέθανε μετά από επτά μέρες. Σήμερα το βιβλίο είναι ευρύτερα γνωστό χάρη στην πολύ καλή μετάφραση των Roger και Angela Keys στα αγγλικά.
Πώς περιγράφει ο Τσύπκιν το ζευγάρι των πρωταγωνιστών στην αρχή του βιβλίου;
«Η φωτογραφία στο Ημερολόγιο δείχνει την Άννα Γρηγόριεβνα ακόμα νέα εκείνη την εποχή, με το λαμπερό της πρόσωπο συγκρατημένο και ευσεβές συνάμα, αλλά και τον Φέντυα, ήδη σε προχωρημένη ηλικία, όχι πολύ ψηλό και με τόσο κοντά πόδια που έμοιαζε ότι αν σηκωνόταν απ’την καρέκλα όπου ήταν καθισμένος, δεν θα έδειχνε πολύ πιο ψηλός –είχε πρόσωπο ανθρώπου των λαϊκών τάξεων, και ήταν εμφανές ότι το ευχαριστιόταν που τον τραβούσαν φωτογραφία και ότι ήταν απ’αυτούς που προσεύχονται ένθερμα…»
Παρά τις εκρήξεις και τις διακυμάνσεις του χαρακτήρα του που τον έκαναν συχνά να γελοιοποιείται μπροστά σε κόσμο, ο Ντοστογιέφσκη δεν γίνεται τελικά ποτέ γελοίος στα μάτια του αναγνώστη. Είναι ένας άνθρωπος τυραννισμένος, δαιμονισμένος εσωτερικά που προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό του και την ανθρώπινη φύση. Νοιώθει αμαρτωλός όταν παιδεύει την γυναίκα του; Νοιώθει άγιος όταν προσεύχεται; Ξέρει ότι είναι αγαπημένος του Θεού αφού σώθηκε την τελευταία στιγμή από το εκτελεστικό απόσπασμα; Θέλει ν’ανταποδώσει την χάρη μέσω των βιβλίων του ή γράφει για τα προς το ζήν;
Ο Τσύπκιν μας παρέχει λεπτομέρειες της καθημερινότητας του ζεύγους Ντοστογιέφσκη στην διάρκεια του ταξιδιού τους, από το τι έτρωγαν μέχρι τι φορούσαν και ποιες ήταν οι συνήθειες του Φέντυα στο τραπέζι της ρουλέτας, εκεί όπου κέρδιζε και έχανε μεγάλα ποσά. Σε τίποτα δεν διέφερε από τους άλλους παίκτες όλου του κόσμου, με τις δεισιδαιμονίες τους και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις του εθισμού τους. Σε τίποτα δεν διέφερε εκείνη από τις αφοσιωμένες και απελπισμένες συζύγους των παικτών όλου του κόσμου. Πάντα φρόντιζε να του εξασφαλίζει χρήματα μη μπορώντας να τον πείσει να πολεμήσει το πάθος του και πάντα φρόντιζε να βάζει κάτι στην άκρη για να έχουν να φάνε.
Όταν τα έχασαν όλα και αναγκάστηκαν πια να φύγουν από αυτές τις λουτροπόλεις με τους πειρασμούς, όταν γύρισαν στην πατρίδα τους, εκείνη ανακάλυψε ότι ο άντρας της μπορούσε να είναι σπάταλος και με άλλους τρόπους.
«Ο Φέντυα δεν μπορούσε ποτέ ν’αρνηθεί χρήματα σε κανέναν, στην πραγματικότητα έδινε ελεημοσύνη σε κάθε ζητιάνο που συναντούσε, συχνά στο ιδιο πρόσωπο πολλές φορές την ημέρα, και το αποτέλεσμα ήταν ότι κάποια φορά στην Σταράγια Ρούσα, η Άννα Γρηγόριεβνα, ντύθηκε με μποξάδες και έντυσε και τα παιδιά τους και πήρε θέση στον δρόμο απ’όπου συνήθως περνούσε ο Φέντυα. –Ευγενικέ μου κύριε, του είπε όταν ο Φέντυα τους πλησίασε, «έχω άρρωστο άντρα και δυο παιδιά» και ο Φέντυα αμέσως έδωσε ελεημοσύνη στην ίδια του την γυναίκα –και τότε εκείνη ξέσπασε σ’ένα ξεκαρδιστικό γέλιο κι εκείνος εξοργίστηκε, θεωρώντας αυτό που είχε κάνει εκείνη βλάσφημο –«είναι σαν να βάζεις στο τεντωμένο χέρι του ζητιάνου μια πέτρα!» της είχε φωνάξει καθώς περπατούσαν όλοι μαζί προς την αποβάθρα, «μόνο που εδώ είναι το αντίστροφο, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα! Το θέμα είναι ότι ειρωνεύεσαι τα λεπτότερα αισθήματα των ανθρώπων, καταλαβαίνεις;» ούρλιαζε τόσο που ο κόσμος είχε αρχίσει να τους κοιτάζει αλλά η Άννα Γρηγόριεβνα δεν ένοιωθε ένοχη στο ελάχιστο γιατί τα τελευταία χρόνια εκείνος είχε γίνει πάρα πολύ σπάταλος με τη μανία του να δίνει ελεημοσύνη σχεδόν πιέζοντας τους ανθρώπους σε σημείο που είχε καταντήσει περίγελως ακόμα και σε όσους επωφελούνταν από την φιλανθρωπία του –και υπήρχε κάτι αφύσικο σ’αυτό, κάτι το υστερικό, λες και ήθελε να εξιλεωθεί για παλιά αμαρτήματα ή σαν να προσπαθούσε να καταπιέσει κάποιο ενάντιο συναίσθημα μέσα του, ή ίσως κάποιο ένστικτο –τόση μετάνοια καταντούσε τρέλλα- αλλά το κυριότερο ήταν ότι ξόδευε λεφτά εδώ, αλλού και πανταχού χωρίς ν’ανησυχεί για το γεγονός ότι η Άννα Γρηγόριεβνα μόλις και μετά βίας είχε αρκετά για να τους συντηρήσει και είχαν ακόμα χρέη που έπρεπε να πληρωθούν…»
Ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης αυτού του βιβλίου; Είναι απλώς μια αναπαραγωγή του Ημερολογίου της Άννας Γρηγόριεβνας; Είναι μια προσπάθεια να κατανοήσει ο Τσύπκιν την δική του προσκόλληση στο έργο του Ντοστογιέφσκη; Είναι μια ευκαιρία να κάνει ένα ταξίδι για να επισκεφτεί το σπίτι όπου πέθανε ο μέγας λογοτέχνης στην Αγία Πετρούπολη, τότε Λένινγκραντ και παράλληλα να φιλοξενηθεί από την ηλικιωμένη Γκύλντα Γιακόβλεβνα, την φίλη των γονιών του και να μας περιγράψει την ίδια και τον κύκλο της; Ή μήπως είναι το μόνον της ζωής του ταξείδιον στο εξωτερικό, εκείνο που ξέρει ότι δεν πρόκειται να κάνει ο ίδιος ποτέ, οπότε το κάνει μόνο με την φαντασία του ακολουθώντας τα βήματα του Ντοστογιέφσκη στις όμορφες και κοσμικές πόλεις της Ευρώπης;
Δεν είμαι σίγουρη για την σωστή απάντηση ούτε και θα το μάθω ποτέ. Αλλά είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για ένα καλό βιβλίο ενός ανθρώπου που έχει εμβαθύνει στον Ντοστογιέφσκη και μπορεί ν’αναφέρεται στους ήρωες των μυθιστορημάτων του αλλά και στον ίδιο σαν να είναι γνώριμοί του.
Πόσα πρόσωπα να μπλέξεις σε μια διήγηση; Πόσες ιστορίες ανθρώπων, πόσες πόλεις; Ιστορίες σαν του Τσύπκιν θα υπήρξαν πολλές επί Σοβιετικής Ενώσεως. Iστορίες ανθρώπων που ζήτησαν άσυλο πολλές φορές για να πάνε να βρούνε την οικογένειά τους που είχε ήδη μεταναστεύσει, αλλά δεν τα κατάφεραν. Κι επίσης ιστορίες ανθρώπων, αντιφρονούντων ή απλώς θεωρούμενων υπόπτων λόγω της καταγωγής τους, που έγραφαν στα κρυφά λογοτεχνικά ή άλλα βιβλία που δεν εκδόθηκαν κατά την διάρκεια της ζωής τους. Ας δούμε λοιπόν το βιβλίο του Τσύπκιν, πέραν της λογοτεχνικής και ιστορικής του αξίας, και σαν έναν φόρο τιμής προς όλους αυτούς τους ανθρώπους. -Λητώ Σεϊζάνη
(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος #7 του λογοτεχνικού περιοδικού "Στέπα", Καλοκαίρι 2017)