Σπήλαιο των λιμνών

Ψηλές σειρές βουνών

Με χώμα κόκκινο φτιαγμένες

Ακινητούν μες στη σιωπή, ασφυκτιούν κάτω απ'το χιόνι

Και σ'ένα λόφο, κατασκευασμένα από χέρι ανθρώπου

Δυό ξύλινα περίπτερα, απρόσιτα, περιφραγμένα

Δεν δύνανται να χρησιμεύσουν σε κανέναν

Στη λάσπη, δίπλα στο ρυάκι που κυλά

Όρθια μια γυναίκα από ξένη χώρα

Σε κάποιον θέλει μέλι να πουλήσει

Έχει μπροστά της καμμιά δεκαριά βαζάκια

Πιστεύει ότι θα προσελκύσει σιωπηλά

Τους επισκέπτες του σπηλαίου

Μοιάζει κι η ίδια τμήμα αυτής της ερημιάς

Κι ας είναι η παρουσία της αλλοπρόσαλλη

Καθώς στέκει ασάλευτη και ατενίζει

Τη χειμωνιάτικη, την παγωμένη φύση

Και περιμένει χωρίς να ελπίζει

Πως κάποιος θα σταθεί να της μιλήσει

Αθήνα, 22.1.1995

Δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Πλανόδιον» - Δεκέμβριος 2007