Άννα Καρένινα & Μαντάμ Μποβαρύ

Τη χρονιά που πέρασε αποφάσισα να διαβάσω δυο κλασσικά μυθιστορήματα που θεωρούνται εκ των ών ουκ άνευ στην παγκόσμια λογοτεχνία. Την Άννα Καρένινα του Τολστόη και τη Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ. Τα δυο βιβλία έχουν παρόμοιο θέμα, τη συζυγική απιστία εις βάρος του άντρα σε μια εποχή που τα ήθη σκανδαλίζονταν από μια τέτοια πράξη.

Έτσι, η Μαντάμ Μποβαρύ απατά τον άντρα της που την υπεραγαπά και αρνείται μέχρι τέλους να πιστέψει ότι η γυναίκα του έχει κάνει κάτι τέτοιο ενώ η Άννα Καρένινα έχει ν’αντιμετωπίσει έναν σύζυγο πολύ πιο σκληρό όταν γίνεται γνωστή η παράνομη σχέση της.

Και τα δυο βιβλία με συνεπήραν και σίγουρα δεν τίθεται θέμα σύγκρισης ανάμεσά τους. Τον Τολστόη τον έχω θαυμάσει και στο παρελθόν με τα έργα του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Ανάσταση». Έχει μια φιλοσοφική ματιά της ζωής, βγάζει βαθιά συμπεράσματα για την ανθρώπινη φύση και οι περιγραφές των ηρώων του είναι μοναδικές. Σίγουρα, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με ένα αριστούργημα. Ως συνήθως παρελαύνουν από τις σελίδες του διάφορα πρόσωπα με τις ιδιορρυθμίες τους και τον ακέραιο ή φαύλο χαρακτήρα τους. Μερικές φορές εκπλήσσεσαι διαβάζοντας μια παρατήρησή του που την έχεις σκεφτεί κάποτε κι εσύ. Σαν να είναι μέσα στο μυαλό του αναγνώστη. Όμως, όσο κι αν ο σεβασμός μου για τον Τολστόη είναι μεγάλος, πρέπει να πω ότι βρήκα τη Μαντάμ Μποβαρύ πιο συγκλονιστική. Για την ακρίβεια πιο σπαρακτική.

Η Μαντάμ Μποβαρύ είναι ρηχή και δεν θέλει να το παραδεχτεί. Δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τον επιπόλαιο εαυτό της και ξαφνικά όλα της φταίνε. Της φταίει η ζωή στην επαρχία, ο άντρας της που της φαίνεται ανιαρός, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που πραγματικά φταίει είναι ότι η ίδια είναι υπερβολικά κενή. Κι έτσι, ερωτευμένη με τον έρωτα, το μόνο πράγμα που της φαίνεται συναρπαστικό, αφήνεται να παρασυρθεί και να εξευτελιστεί πλήρως. Με μικρά βήματα στην αρχή, φτάνει τελικά σ’έναν κατήφορο πολύ δραματικό.
Η Άννα Καρένινα δεν είναι έτσι. Διακρίνεται από το πάθος της γυναίκας, η οποία έχει ανάγκη τον καινούριο έρωτα. Επί χρόνια παίζει τον ρόλο της καλής συζύγου κι έχει έρθει επιτέλους η ώρα να αποτινάξει για λίγο αυτό τον ρόλο από πάνω της. Φτάνει, όμως, η στιγμή που το ωραίο όνειρο αρχίζει να αποκτά στοιχεία εφιάλτη. Κι εκεί αντιδρά όπως θα θέλαμε να είχε αντιδράσει η Μποβαρύ: σαν καλή, φυσιολογική μητέρα, σαν γυναίκα που βάζει πρώτα απ’όλα την αγάπη για το παιδί της και μετά την ερωτική της ανάγκη. Από τις δυο, η Μαντάμ Μποβαρύ εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο τραγική. Όχι για το κακό που κάνει στους γύρω της –αυτό έτσι κι αλλοιώς είναι αναπόφευκτο και στις δυο περιπτώσεις- αλλά για όλη τη ματαιότητα της ύπαρξής της, αυτή τη ματαιότητα που τη βλέπουμε και σήμερα γύρω μας να χαρακτηρίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, γυναίκες και άντρες.

Στην εποχή των πολλών διαζυγίων, έχει ενδιαφέρον η ανάλυση του Τολστόη και του Φλωμπέρ γύρω από τη μοιχεία. Αν και σήμερα έχει απενοχοποιηθεί και θεωρείται σύνηθες, σχεδόν ...θεμιτό, ένας άντρας να εγκαταλείπει την οικογένειά του για μια άλλη γυναίκα, το αντίστροφο το βλέπουμε ακόμα με καχυποψία. Ένας άντρας που γύρω στα 40 με 50 παθαίνει την κρίση της ηλικίας και ερωτεύεται τη γραμματέα του ή κάποια άλλη συνήθως μικρότερή του γυναίκα, δεν μας εκπλήσσει. Μια γυναίκα, όμως, που παρατάει το παιδί της για έναν έρωτα, είναι κάτι αφύσικο, κάτι τραγικό. Και συμβαίνει σπανίως.

Κάποιες συγκεκριμένες γυναίκες θα είχαν, σίγουρα, στο μυαλό τους ο Τολστόη και ο Φλωμπέρ όταν έγραψαν τα βιβλία τους, κάποιες γυναίκες που θα είχαν αναστατώσει τον σεμνό περίγυρό τους τον 19ο αιώνα.

Εδώ θα ήθελα να τελειώσω με ένα απόσπασμα απ’το κάθε βιβλίο.

«Πολύ καλά, θα της μιλήσω. Αλλά γιατί δεν το σκέφτεται μόνη της;» είπε η Ντάρυα Αλεξαντρόβνα*, και για κάποιο λόγο θυμήθηκε ξαφνικά εκείνη τη στιγμή την καινούρια, παράξενη συνήθεια της Άννας να μισοκλείνει τα μάτια της. Και θυμήθηκε επίσης ότι η Άννα έκλεινε τα βλέφαρά της μόλις άρχιζαν να θίγονται τα βαθύτερα ερωτήματα της ζωής. «Σαν να μισοκλείνει τα μάτια στην ίδια της τη ζωή, για να μη βλέπει τα πάντα», σκέφτηκε η Ντόλλυ».

Και ο Φλωμπέρ για την δική του ηρωίδα που έχει εγκαταλειφθεί από τον εραστή της και ο έρωτάς της έχει γυρίσει σε θυμό:
«Αλλά η δυσφήμιση αυτών που αγαπάμε, πάντα μας απομακρύνει λιγάκι από'κείνους. Δεν πρέπει ν'αγγίζουμε τα είδωλά μας. Η χρυσή επίστρωσή τους θα μείνει στα χέρια μας.»

*Ντάρυα Αλεξαντρόβνα ή Ντόλλυ: γυναίκα του αδελφού της Άννας Καρένινα